Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Xαροποιόν πένθος


       



γιος ωάννης Σιναΐτηςτς Κλίμακος 


Κλῖμαξ, Λὀγος έβδομος
Περὶ τοῦ Χαροποιοῦ Πένθους
Σταχυολόγηση


ΤΟ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ πένθος εναι σκυθρωπότητα τς ψυχς, διάθεσις τς πονεμένης καρδις, ποία δν παύει ν ζητ μ πάθος κενο γι τ ποο εναι διψασμένη. Κα σο δν τ κατορθώνει, τόσο περισσότερο κοπιάζει κα τ κυνηγ κα τρέχει πίσω του μ δυνηρ κλάμα.

2.
ς τ χαρακτηρίσωμε κα τσι: Πένθος εναι να χρυσ καρφ τς ψυχς. Τ καρφ ατ πογυμνώθηκε π κάθε γήϊνη προσήλωσι κα σχέσι, κα καρφώθηκε π τν ελογημένη λύπη (στν πόρτα) τς καρδις γι ν τν φρουρ.

3.
Κατάνυξις εναι νας συνεχς βασανισμς τς συνειδήσεως, ποος μ τν νοερ ξομολόγησι κατορθώνει ν δροσίζη τν φλογισμένη καρδιά.

4.
ξομολόγησις σημαίνει τ ν λησμονομε τν δια τν φύσι μας. Κάποιος ξ ατίας της «λησμονοσε κόμη ν φάγη τν ρτο του» (Ψαλμ. ρα 5).

5. Μετάνοια ε
ναι τ ν στερηθς κάθε σωματικ παρηγορία, χωρς καθόλου ν λυπηθς.

6.
Χαρακτηριστικ κείνων πο προώδευσαν κάπως στ μακάριο πένθος εναι γκράτεια κα σιωπ τν χειλέων. κείνων πο προώδευσαν περισσότερο, οργησία κα μνησικακία...

Επρόσδεκτοι νώπιον το Θεο ο πρτοι. ξιέπαινοι ο δεύτεροι....

7.
ταν κατακτήσης τ πένθος, κράτα το μ λη τ δύναμί σου. Διότι προτο ποκτηθ μόνιμα κα ριστικά, χάνεται εκολα π τος θορύβους κα τς μέριμνες το σώματος κα τν καλοπέρασι, κα μάλιστα π τν πολυλογία κα τν στειολογία, κα διαλύεται πως τ κερ π τν φωτιά.

8.
νώτερη π τ βάπτισμα ποδεικνύεται μετ τ βάπτισμα πηγ τν δακρύων (τς μετανοίας), ν κα εναι κάπως τολμηρ ατ πο λέγω. Διότι κενο μς καθαρίζει π τ προηγούμενά μας κακά, ν τοτο, τ βάπτισμα τν δακρύων, π τ μετέπειτα. Κα τ πρτο, φ᾿ σον τ λάβαμε λοι στν νηπιακ λικία, τ μολύναμε. ν μ τ δεύτερο καθαρίζομε πάλι κα τ πρτο. Κα ἐὰν φιλανθρωπία το Θεο δν τ εχε χαρίσει ατ στος νθρώπους, ο σζόμενοι θ ταν πράγματι σπάνιοι κα δυσεύρετοι.

9.
Ο στεναγμο κα κατήφεια φωνάζουν δυνατ πρς τν Κύριον. Τ δάκρυα πο προέρχονται π φόβο μεσιτεύουν. Κα τ δάκρυα πο προέρχονται π τν παναγία γάπη μς φανερώνουν τι κεσία μας γινε δεκτή.

10.
φο τίποτε δν ταιριάζει τόσο μ τν ταπεινοφροσύνη, σο τ πένθος, κα τίποτε πάντως δν εναι τόσο πολ ντίθετό της, σο τ γέλιο.

11. Ν
κρατς σφικτ τν μακαρία χαρμολύπη, ποία προέρχεται π τν ελογημένη κατάνυξι· κα κατάπαυστα ν τν καλλιεργς μέχρις του σ νυψώση π τ γήϊνα κα σ παρουσιάση καθαρν μπρς στν Χριστόν.

12.
κατάπαυστα ν ναπαριστάνης μέσα σου κα ν περιεργάζεσαι τν βυσσο το σκοτεινο πυρός, τος σπλαγχνους πηρέτες, τν Κριτ πο δν θ συμπαθ κα δν θ συγχωρ πλέον, τ πέραντο χάος μ τς καταχθόνιες φλόγες, τ δυνηρ κατέβασμα στ χάσματα κα στος πογείους κα φοβερος τόπους...

13. Στάσου
ντρομος ταν προσεύχεσαι κα κετεύης τν Θεόν, σν τν κατάδικο μπρς στν δικαστή, στε κα μ τν ξωτερικ μφάνισι κα μ τν σωτερικ στάσι ν σβήσης τν θυμ το δικαίου Κριτο...

14.
Σ ποιον πέκτησε τ χάρισμα το σωτερικο δακρύου, κάθε τόπος εναι κατάλληλος γι πένθος...

15.
κρυμμένος θησαυρς εναι περισσότερο σφαλισμένος π τν κτεθειμένο στν γορά. Βάσει ατς τς εκόνας ς κατανοήσωμε κα τ προηγούμενο.

16.
Μν συμπεριφέρεσαι σν κείνους πο μετ τν ταφ τν νεκρν τους λλοτε θρηνον γι᾿ ατος κα λλοτε (στ νεκρόδειπνα τρώγουν, πίνουν καί) μεθον. λλ ν μοιάσης μ τος καταδίκους στ μεταλλεα πο τος μαστιγώνουν κάθε ρα ο δήμιοι.

17.
κενος πο λλοτε πιδίδεται στ πένθος κα λλοτε στν τρυφ κα στ γέλια μοιάζει μ᾿ κενον πο διώχνει τν «κύνα» τς φιληδονίας πετροβολώντας τον μ ψωμί. τσι ξωτερικ φαίνεται τι τν διώχνει, ν στν πραγματικότητα τν προσκαλε κοντά του.

18.
Ν εσαι «σύννους». Ν εσαι φιλένδεικτος (ν μν γαπς δηλαδ ν πιδεικνύεσαι). Ν παρατηρς τν καρδιά σου κα ν εσαι στραμμένος πρς ατν σν μέσα σε κάποια κστασι, διότι ο δαίμονες φοβονται τν «σύννοια», πως ο κλέπτες τος σκύλους.

19.
Δν εναι δ, γαπητοί μου, γάμος στν ποον χομε προσκληθ. πωσδήποτε λοιπν κενος πο μς κάλεσε δ, μς κάλεσε γι ν πενθήσωμε τος αυτούς μας.

20.
Μερικοί, ν δακρύζουν, δν δείχνουν καμμία προσπάθεια, στε ν καλλιεργήσουν, κατ τν ελογημένη κείνη ρα, τν σκέψι ποία προκάλεσε τ δάκρυ, λλ καιρα κα στοχα τν ντιπαρέρχονται. Κα δν συλλογίζονται τι δάκρυ χωρς ατία κα χωρς ννοια δν χει θέσι στ λογικ πλάσματα, λλ μόνο στ λογα. Τ δάκρυ γεννται π ρισμένες σκέψεις. Κα ο σκέψεις χουν ς πατέρα τν λογικ νο.
25. πως σ λα τ λλα, τσι κα στν περίπτωσι τν δακρύων καλς κα δίκαιος Κριτής μας λαμβάνει π᾿ ψι Του κα τν φυσικ προδιάθεσι κα δύναμι το καθενός. Εδα μικρς σταγόνες ν χύνωνται μ πόνο σν αμα. Κα εδα βρύσες δακρύων πο τρεχαν χωρς δυσκολία. γ τουλάχιστον βαθμολόγησα τος γωνιστς νάλογα μ τν πόνο κα χι μ τ ποσν τν δακρύων. Κα Θες νομίζω παρόμοια θ τος κρινε.
27.
Μερικ π τ κτίσματα εναι ατο-κίνητα κα μερικ τερο-κίνητα. Τ διο συμβαίνει κα στν κατάνυξι, (λλοτε δηλαδ ρχεται μόνη της κα λλοτε μ τν δική μας προσπάθεια κα βία). ταν, χωρς καμμία δική μας προσπάθεια κα νέργεια, κατανυχθ ψυχή μας κα γρανθ κα μαλακώση π τ δάκρυα, ς τρέξωμε (ν ρπάξωμε τν εκαιρία). Διότι ατ σημαίνει τι Κύριος μς πισκέφθηκε πρόσκλητος κα μς δωσε τ σφουγγάρι τς θεαρέστου λύπης κα τ δροσιστικ δωρ τν ελαβικν δακρύων, γι ν ξαλείψωμε τ χειρόγραφο τν μαρτιν μας. Ατ τν κατάστασι φύλαξέ την σν κόρη φθαλμο, μέχρις του ποχωρήση, διότι εναι περισσότερο δυνατ κα ποτελεσματική σε σύγκρισι μ κείνη πο δημιουργεται π τν δικό μας ζλο κα γώνα.

28.
Δν κατέκτησε τ κάλλος το πένθους κενος πο πενθε ταν θέλη, λλ κενος πο πενθε γι τν λόγο πο θέλει. Οτε ατς πο πενθε γι ,τι θέλει, λλ ατς πο πενθε πως Θες θέλει.

29.
Πολλς φορς τ κατ Θεν πένθος ναμειγνύεται μ τ χαρο δάκρυ τς κενοδοξίας. Ατ θ τ ναγνωρίσωμε μ τρόπο πιτυχ κα εσεβ, ταν συλλάβωμε τν αυτό μας ν πενθ κα συγχρόνως ν νεργ μ (κακότητα καί) πονηρία.


32. ταν, σ σους φαίνονται τι πενθον κατ Θεόν, διακρίνωμε ργ περηφάνεια, ς θεωρήσωμε τι τ δάκρυά τους προέρχονται π δαιμονικ πάθη, διότι «ποία κοινωνία -λέγει Γραφή- φωτ πρς σκότος»; (Β Κορ. στ 14).

33.
Γέννημα τς νοθευμένης κατανύξεως εναι οησις, ν τς παινετς παράκλησις. πως φωτι καίει κα ξαφανίζει τν «καλαμιά», τσι κα τ γν δάκρυ ξαφανίζει κάθε ξωτερικ κα σωτερικ καθαρσία.

34.
περ τν δακρύων λόγος π πολλος Πατέρες χαρακτηρίζεται σαφς κάπως, σκοτεινς κα δυσερμήνευτος, κα μάλιστα ταν πρόκειται γι δάκρυα τν ρχαρίων. Πολλς κα διάφορες, λέγουν, εναι ο ατίες πο τ γεννον. Προέρχονται δηλαδή, π τν διοσυγκρασία, π τν χάρι το Θεο, π θλίψι δαιμονική, π θλίψι θεάρεστη, π κενοδοξία, π πορνεία, π γάπη, π μνήμη θανάτου κα π πολλ λλα.

37.
Μν μπιστεύεσαι στς πηγς τν δακρύων σου πρν π τν τελεία κάθαρσι. Δν μπορομε ν παραδεχθομε ς καλν τν ονο πο μόλις μετ τ πατητήρι τν βάλαμε στ βαρέλια. λα βέβαια τ κατ Θεν δάκρυά μας εναι φέλιμα. Κανες δν χει ντίρρησι σ᾿ ατό. Ποι μως εναι φέλειά τους, θ τ γνωρίσουμε στν ρα το θανάτου μας.

38.
ποιος περν τν ζωή του συνεχς μ τ κατ Θεν πένθος, δν παύει π το ν ορτάζη καθημερινά. κενον μως πο συνεχς πανηγυρίζει λικ κα σωματικά, τν περιμένει τ αώνιο πένθος.

39.
Δν μπορε ν χουν χαρς ο κατάδικοι τν φυλακν. Οτε ο πραγματικο μοναχο πανηγύρια. Γι᾿ ατ σως κενος καλλίπενθος λεγε μ στεναγμό: «ξάγαγε κ φυλακς τν ψυχήν μου (Ψαλμ. ρμα 8), γι ν εφρανθ στ ρρητο κα περίγραπτο φς σου».

40.
Ν γίνης σν βασιλες στν καρδιά σου, καθισμένος στν ψηλ θρόνο τς ταπεινοφροσύνης. Ν διατάζης τ γέλιο ν πομακρυνθ, κα μέσως ν πομακρύνεται· τ κλάμα ν λθη, κα μέσως ν ρχεται· κα στν δολο μας, τ σμα, πο εναι συγχρόνως κα τύραννος, ν πιτελέση κάποιο ργο κα μέσως ν τ πιτελ (πρβλ. Ματθ. η 9).

42.
Μακάριος εναι μοναχς πο φθασε στ σημεο ν ντικρύζη μ τ μάτια τς ψυχς τς γγελικς δυνάμεις. πτωτος μως εναι μοναχς πο κατάπαυστα βρέχει τ πρόσωπό του μ τν ρο τν δακρύων του, πο ναβλύζουν π τος φθαλμούς του μ τν μνήμη το θανάτου κα τν μαρτιν του. Δν δυσκολεύομαι μάλιστα ν πιστεύσω, τι π τν δεύτερη ατ κατάστασι διάβηκε πρώτη.
44.
κενος πο περηφανεύεται μέσα του γι τ δάκρυά του κα κατακρίνει μ τν νο του σους δν δακρύζουν, μοιάζει μ᾿ κενον ποος ζήτησε π τν βασιλέα πλο ναντίον τν χθρν του κα μ᾿ ατ φόνευσε τν αυτό του.

45.
Θεός, γαπητοί μου, δν χει νάγκη π δάκρυα οτε πιθυμε ν πενθ νθρωπος π τν δύνη τς καρδις του, λλ μλλον ν τν βλέπη ν γάλλεται κα ν εθυμ σωτερικ π τν γάπη του πρς Ατόν.

46.
Θανάτωσε τν μαρτία, κα τότε θ εναι περιττ τ δάκρυα τς δύνης στος φθαλμούς σου. που δν πάρχει πληγή, δν χρειάζεται νυστέρι. Στν δμ πρν π τν παράβασι δν πρχαν δάκρυα, πως κριβς κα (στος δικαίους) μετ τν νάστασι τν νεκρν, φ᾿ σον θ χη καταργηθ μαρτία κα «θ χη ξαφανισθ δύνη, λύπη κα στεναγμός» (σ. λε 10).

47.
Εδα σ μερικος πένθος. Εδα κα λλους ο ποοι πενθοσαν, διότι δν εχαν πένθος, ο ποοι, μολονότι στν πραγματικότητα χουν πένθος, ζον σν ν μν χουν, κα μ τν καλ ατ γνοια παραμένουν σφαλισμένοι (π τν δαίμονα τς κενοδοξίας). Κα γι᾿ ατος μλλον χει λεχθε στν Γραφή: «Κύριος σοφο τυφλούς» (Ψαλμ. ρμε 8).

48.
Πολλς φορές, συνήθως στος πι πιπολαίους, κα τ δάκρυα προκαλον παρσι. Γι᾿ ατ κα σ μερικος δν δίδονται, στε μ τν στέρησι κα τν ναζήτησί τους ν λεεινολογον τος αυτούς των κα ν τος καταδικάζουν, γεμάτοι στεναγμος κα κατήφεια κα λύπη ψυχς κα βαθει σκυθρωπότητα κα μηχανία. Κα τσι ναπληρώνεται χωρς κίνδυνο λλειψις το πένθους, στω κα ν ατο νομίζουν τι δν χουν κανένα συμφέρον π ατά.

50.
γώ, καθς σκέπτομαι τν ποιότητα τς κατανύξεως, μένω κθαμβος. Πς ατ πο νομάζεται πένθος κα λύπη εναι συμπεπλεγμένο μ τν χαρ κα τν εφροσύνη, πως τ μελί μ τ κερί! Κα τί διδασκόμεθα π ατό; τι κατάνυξις εναι καθ᾿ αυτ δρο το Κυρίου. Κα στν ψυχ πο κατανύσσεται πάρχει μία ληθιν δονή, διότι διος Θες μ μυστικ τρόπο παρηγορε τος «συντετριμμένους τ καρδί».
Γι ν ποκτήσωμε γνήσιο κα καθαρ πένθος κα δύνη φέλιμη, (φο κα τ ντίθετα διδάσκουν), ς κούσωμε μι ψυχωφελ κα πολ ξιοθρήνητη διήγησι:

μενε δ κάποιος μοναχς Στέφανος, ποος εχε σπασθ τν ρημικ κα συχαστικ ζωή. γωνίσθηκε πολλ τη στν μοναχικ παλαίστρα. ταν στολισμένος μ νηστεες, κα διαιτέρως μ δάκρυα κα μ λλα νάρετα κατορθώματα. Εχε τ κελλί του στν κατάβασι το γίου τούτου ρους, (κάτω π τν γία Κορυφή), στ σημεο πο ερίσκεται τ σπήλαιο το Προφήτου λιο.

Ατς λοιπν είμνηστος γι πι κριβ κα κοπιαστικ μετάνοια κα σκησι, πγε στν τόπο που μεναν ο ναχωρηταί, πο νομάζεται Σίδδης. Παρέμεινε κε μερικ χρόνια μ περβολικς στερήσεις κα σκληρ σκησι, φ᾿ σον τόπος ταν «παράκλητος» κα διάβατος σχεδν π νθρώπους πεχε περίπου βδομήντα μίλια π τ κάστρο. πειτα, γύρω στ τέλος τς ζως του, νεβαίνει γέροντας ατς στ κελλί του, κάτω π τν γία Κορυφή. Εχε μάλιστα κα δυ ποτακτικος π τν Παλαιστίνη πολ ελαβες, ο ποοι κα το φύλαγαν τ κελλ πρν πιστρέψη.

φο πέρασαν λίγες μέρες πεσε σ σθένεια, μ τν ποία κα τελείωσε τν ζωή του. Τν παραμον το θανάτου του περιέπεσε σ κστασι κα μ τ μάτια νοικτ παρατηροσε δεξι κα ριστερ τς κλίνης του. Σν ν τν νέκριναν κάποιοι, παντοσε -τν κουγαν λοι ο παρευρισκόμενοι- κα λλοτε λεγε: «Ναί, πράγματι, ληθινά, πλν μως νήστευσα τόσα τη γι᾿ ατό». λλοτε: «χι. Εναι ψέμα. Ατ δν τ κανα». πειτα π λίγο: «Ατ ναί, ληθιν τ πραξα, λλ κλαυσα, κανα διακονήματα γάπης». Κα πάλι: «ληθινά μ κατηγορετε». Μερικς φορς γι ρισμένα παντοσε: «Ναί, ληθινά, ναί. Γι᾿ ατ δν χω τί ν πολογηθ. Θες εναι λεήμων».

ταν λήθεια να θέαμα φρικτ κα φοβερό. να δικαστήριο όρατο κα χωρς λεος. Κα τ φοβερώτερο, τι τν κατηγοροσαν κα γι πράγματα πο δν εχε διαπράξει. συχαστς ατς κα ναχωρητς γι ρισμένα πταίσματά του -λλοίμονο!- λεγε: «Γι᾿ ατ δν χω τί ν επ». Κα εχε σαράντα περίπου τη μοναχός, χωρς ν το λείπη κα τ δάκρυ!

λλοίμονο! Κα πάλι λλοίμονο! Πο ταν τότε φων κείνη το προφήτου εζεκιήλ, γι ν τος επ: «ν ερω σε, κε κα κρίνω σε, επεν Θεός» (πρβλ. εζ. λγ 12-16). λλ δν κατώρθωσε ν χρησιμοποιήση μία τέτοια πολογία. Γιατί ραγε; γνωστον. ς χη δόξα Θεός, μόνος πο γνωρίζει. (ς σημειωθ κα τοτο): μοναχς ατός -μο τ διηγήθηκαν ψευδες μάρτυρες- στν ρημο (εχε τόσο χάρι), στε ν τρέφη μ τ χέρια του κα λεοπάρδαλι.

Κα ν συνεχιζόταν αστηρ ατ δικαστικ νάκρισις, ποχωρίσθηκε τ σμα του, χωρς ν φήση καμμία νδειξι γι τν κρίσι τ πόρισμα τν πόφασι κα τ τέλος τς δίκης.

51.
χήρα πο χασε τν νδρα της κα μεινε μ τ μονάκριβο παιδί της, ατ χει σν μόνη παρηγορία της μετ τν Κύριον. Παρόμοια κα γι τν ψυχ πο μάρτησε δν πάρχει λλη καμμία παρηγορία τν ρα το θανάτου κτς π τος κόπους το λαιμο, (τν νηστεία δηλαδή), κα τ δάκρυα. σοι πενθον τσι, δν θ ψάλουν ποτ οτε θ ξεσπάσουν σ λαλαγμος μνων, διότι λα ατ φανίζουν τ πένθος. Ἐὰν πιχειρς μ ατ ν ποκτήσης τ πένθος, γνώριζε τι ερίσκεσαι μακρυ π τν σκοπό σου. Διότι πένθος σημαίνει συνεχς κα μονιμοποιημένη κατάστασις πόνου σ μία φλογισμένη (π θεϊκ γάπη) ψυχή.
52.
Κάποιος «δόκιμος ργάτης» το παινετο ατο πένθους μο νέφερε τ ξς: «Πολλς φορς πο πήγαινα ν παρασυρθ στν κενοδοξία στν ργ στν γαστριμαργία, διαμαρτυρόταν μέσα μου λογισμς το πένθους κα μο ψιθύριζε: «Μν κενοδοξήσης, γιατί σ γκαταλείπω». Παρόμοια κα γι τ λλα πάθη. Κα γ το παντοσα: «Δν θ σ παρακούσω μέχρις του μ δηγήσης μπρς στν Χριστόν».

53.
βυσσος το πένθους ντικρύζει τν (κ μέρους το Θεο) παράκλησι. Κα καθαρότης τς καρδίας δέχεται τν (θεία) λλαμψι. λλαμψις σημαίνει περίγραπτη νέργεια, ποία κατανοεται χωρς ν κατανοται κα βλέπεται χωρς ν βλέπεται. Παράκλησις σημαίνει νάψυξις τς ψυχς νς πονεμένου νθρώπου, ποος σν νήπιο τν ρα ατ κα κλαυθμυρίζει μέσα του κα φωνάζει χαρούμενα. ντίληψις σημαίνει νανέωσις τς ψυχς πο κατέπεσε π τν λύπη, μ θαυμαστ μεταβολ τν δακρύων το πόνου σ δάκρυα νώδυνα.

54.
Τ δάκρυα το θανάτου γεννον τν φόβο. φόβος γενν τν φοβία, κα τσι προβάλλει χαρά. Κα ταν λήξη χαρ πο δν λήγει, προβάλλει τ νθος τς ελογημένης γάπης.

55.
ταν ρχεται στν ψυχή σου χαρά, ν τν διώχνης μ τ χέρι τς ταπεινοφροσύνης. Διότι δν πρέπει ν εσαι «επαράδεκτος», μήπως κα ντ βοσκ ποδεχθς λύκο.

56.
Μ βιάζεσαι ν φθάσης τν θεωρία, ν δν λθε κόμη ρα της. φησε καλύτερα ν κυνηγήση κείνη κα ν φθάση τ κάλλος τς ταπεινώσεώς σου, πότε κα θ νωθ μαζί σου μ αώνιο πάναγνο γάμο.

57.
Στς ρχές, καθς τ νήπιο ντικρύζει τν πατέρα του, γεμίζει λο π χαρά. ταν μως πατέρας πουσιάση ρισμένο καιρ σκόπιμα κα πειτα πιστρέψη, τότε τ παιδ εναι γεμάτο κα π χαρ κα π λύπη. π χαρά, διότι εδε ατν πο ποθοσε, κα π λύπη, διότι τόσο καιρ στερήθηκε τν καλλον το προσώπου του.

58.
Μερικς φορς κρύπτεται μητέρα π τ βρέφος της, κα ν ατ τν ναζητε κλαίοντας, κείνη χαίρεται. Μ᾿ ατν τν τρόπο τ μαθαίνει ν προσκολλται πάντοτε κοντά της, κα ναφλέγει ντονα τν γάπη κα τ φίλτρο πο χει γι᾿ ατήν. (Ατ χουν κάποιο μυστικ νόημα). « χων τα κούειν, κουέτω» (Ματθ. ια 15), λέγει Κύριος (1).

59.
κενος πο κουσε τν καταδικαστικ πόφασι το θανάτου του, δν θ νδιαφερθ πλέον γι προγραμματισμος θεατρικν παραστάσεων. Κα κενος πο πενθε πραγματικά, δν θ σκεφθ ποτ τν τρυφ τν δόξα τν θυμ κα τν ξαψι τς ργς.

60.
Πένθος σημαίνει μονιμοποιημένη κατάστασις δύνης στν ψυχ πο μετανοε. δύνη ατ γενν καθημεριν δύνη πάνω στν δύνη, σν γυναίκα «τίκτουσα κα δίνουσα».

61.
Κύριος εναι δίκαιος κα σιος. Κα σ ποιον σκεται κανονικ στν συχία, νάλογα το χαρίζει κατάνυξι. Κα ποιον σκεται στν ποταγ κανονικά, κάθε μέρα τν εφραίνει. ποιος μως δν ζ καθαρ κα νόθευτα τν μία π τς δυ ατς σκήσεις στερεται τ πένθος.

62.
Διξε τον κενον τν «κύνα» πο πλησιάζει, ταν πενθς περβολικ γι τς μαρτίες σου, κα σο ψιθυρίζει τι Θες εναι σπλαγχνος κα συμπαθής. Διότι, ἐὰν προσέξης τν τακτική του, θ διαπιστώσης τι πρν π τν μαρτία σο παρουσιάζει τν Θεν εσπλαγχνικ κα συγχωρητικό.

63.
πίμονος πασχόλησις κα σκησις (στ πένθος) δημιουργε τν συνεχ καλλιέργειά του. συνεχς καλλιέργεια δηγε στν γεσι του. Κα κενο πο γευόμεθα κα συναισθανόμεθα τν ξία του εναι δύσκολο ν μς τ φαιρέσουν.

64.
σονδήποτε ψηλ κα ν εναι σκητική μας ζωή, ἐὰν δν πάρχη πόνος στν καρδιά μας, ποβαίνει νοθευμένη κα νωφελής.

65.
Πρέπει, πρέπει πωσδήποτε, γι ν τ επ τσι, σοι μολύνθηκαν κα μετ τ βάπτισμα, ν φαιρέσουν τν πίσσα π τ χέρια τους, μ φωτι κα μ λάδι, μ τν κατάπαυστη δηλαδ φλόγα τς καρδις τους κα μ τ λάδι τς θεϊκς εσπλαγχνίας.

66. Ε
δα γ σ μερικος να κρότατο ριο πένθους. Ν βγάζουν δηλαδ π τ στόμα τους αμα, πο προερχόταν π τν πικραμένη κα πληγωμένη καρδιά τους. Κα νθυμήθηκα τ λόγια του Ψαλμδο: «πλήγην σε χόρτος κα ξηράνθη καρδία μου» (Ψαλμ. ρα 5).

67. Τ
δάκρυα το φόβου (το Θεο) περιέχουν μέσα τους τν τρόμο κα τν προφύλαξι. Τ δάκρυα μως τς γάπης, πρν π τν κατάκτησι τς τελείας γάπης, εναι κάπως κτεθειμένα σ κίνδυνο, κτς ἐὰν τ ελογημένο πρ τς γάπης τν καιρ τς νεργείας του πυρακτώση πολ τν καρδιά. Εναι δ ξιοθαύμαστο, τι τ δάκρυα το φόβου, ποος εναι ταπεινότερο κα κατώτερο πράγμα, εναι σφαλέστερα στν καιρό τους π τ δάκρυα τς γάπης.

68.
πάρχουν οσίες πο ξηραίνουν τς πηγς τν δακρύων μας, κα λλες πο π πλέον δημιουργον μέσα στς πηγς βόρβορο κα γεννον θηρία. Κα παράδειγμα το νς εναι Λτ πο συνευρέθη παράνομα μ τς θυγατέρες του, ν το λλου διάβολος πο ξέπεσε π τν γγελική του κατάστασι (2).

69.
Εναι μεγάλη κακία τν χθρν μας: Τς μητέρες τν ρετν τς μετατρέπουν σ μητέρες κακιν! Κα τς ατίες τς ταπεινώσεως τς κάνουν ατίες περηφανείας.

70.
Πολλς φορς δηγε τν νο μας σ κατάνυξι κα τοποθεσία πο μένομε κα θέα πο χει. ς σ πείσουν γι᾿ ατ Κύριος, λίας κα ωάννης, ο ποοι προσεύχονταν κατ μόνας (σ διαλεγμένους ρημικος τόπους).

71.
Συνήντησα πολλς φορς μέσα στν θόρυβο τν πόλεων δάκρυα. (Προέρχονταν π δαιμονικ συνεργία). ταν γι ν μς σπρώξουν πρς τν κόσμο, μ τν δέα τι δν βλαπτόμεθα καθόλου π τν θόρυβο. Σ᾿ ατ ποσκοποσαν ο πονηρο δαίμονες.

72.
νας λόγος πολλς φορς πρξε κανς ν διασκορπίση τ πένθος. Εναι δ ξιοθαύμαστο, ἐὰν νας λόγος μπόρεσε ν τ συγκεντρώση πάλι.

73.
Δν θ κατηγορηθομε, γαπητοί μου, δν θ κατηγορηθομε τν ρα το θανάτου μας, διότι δν θαυματουργήσαμε διότι δν θεολογήσαμε διότι δν γίναμε θεωρητικοί. πωσδήποτε μως θ δώσωμε λόγο στν Θεν διότι δν πενθήσαμε συνεχς.
----------


2.
Παλαις σχολιαστς σημειώνει: «λες πο ξηραίνουν τς πηγς τν δακρύων εναι ονος, ταν πίνεται χωρς μέτρο», πως συνέβη στν περίπτωσι το Λώτ (Γεν. ιθ 30-36). Κα συμπληρώνει: «λλες λες, ς τς επομε τσι, εναι, νομίζω, ξουσία κα περβολικ τιμή. Ατς προκαλον τν περηφάνεια μ τν ποία ξέπεσε διάβολος».